μελετᾷ

μελετᾷ
μελετάω
take thought
pres subj mp 2nd sg
μελετάω
take thought
pres ind mp 2nd sg (epic)
μελετάω
take thought
pres subj act 3rd sg
μελετάω
take thought
pres ind act 3rd sg (epic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • μελέτα — μελέτᾱ , μελέτη care fem nom/voc/acc dual μελέτᾱ , μελέτη care fem nom/voc sg (doric aeolic) μελέτᾱ , μελετάω take thought pres imperat act 2nd sg μελέτᾱ , μελετάω take thought imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μελέτα — Μελέτᾱ , Μελέτη care fem nom/voc/acc dual Μελέτᾱ , Μελέτη care fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μελέτᾳ — Μελέτᾱͅ , Μελέτη care fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μελέτᾳ — μελέται , μελέτη care fem nom/voc pl μελέτᾱͅ , μελέτη care fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μελετᾶ — μελετάω take thought pres subj act 1st sg (doric aeolic) μελετάω take thought pres ind act 1st sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μελετᾶι — μελετᾷ , μελετάω take thought pres subj mp 2nd sg μελετᾷ , μελετάω take thought pres ind mp 2nd sg (epic) μελετᾷ , μελετάω take thought pres subj act 3rd sg μελετᾷ , μελετάω take thought pres ind act 3rd sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μελέταν — μελέτᾱν , μελέτη care fem acc sg (doric aeolic) μελέτᾱν , μελετάω take thought imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) μελέτᾱν , μελετάω take thought imperf ind act 1st sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μελέτας — μελέτᾱς , μελέτη care fem acc pl μελέτᾱς , μελέτη care fem gen sg (doric aeolic) μελέτᾱς , μελετάω take thought imperf ind act 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μελέτας — Μελέτᾱς , Μελέτη care fem acc pl Μελέτᾱς , Μελέτη care fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μελετᾶς — μελετᾶ̱ς , μελετάω take thought pres ind act 2nd sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”